Η Αίγυπτος θεωρείται πρωτοπόρος στη βιομηχανία κλωστοϋφαντουργίας, καθώς η ιστορία της χρονολογείται χιλιάδες χρόνια πριν. Από την εποχή των Φαραώ, μνημεία και επιγραφές σε ναούς αποδεικνύουν ότι οι αρχαίοι Αιγύπτιοι ήταν ειδικοί σε αυτόν τον κλάδο, ενώ η εξειδίκευση τους είναι αρκετά εμφανής στα ¨σάβανα¨ που χρησιμοποιούνταν για τις μούμιες. Διάφορες επιγραφές επίσης, αποδεικνύουν ότι την εποχή των Φαραώ χρησιμοποιούσαν διαφορετικά υφάσματα, όπως βαμβάκι και λινό, για να φτιάχνουν τα ρούχα τους.
Κατά τη διάρκεια της Αλεξανδρινής Περιόδου, οι Πτολεμαίοι κυβερνήτες επέβλεπαν και συνέβαλαν στην αιγυπτιακή κλωστοϋφαντουργική βιομηχανία, ιδρύοντας εργαστήρια υφασμάτων σε διάφορα μέρη της Αιγύπτου και προσθέτοντας το μαλλί ως σημαντικό υλικό σε αυτήν.
Αργότερα, κατά την Κοπτική Εποχή, τα εργαστήρια εξαπλώθηκαν σε όλη την Αίγυπτο έως ότου η κλωστοϋφαντουργία έγινε μια σημαντική οντότητα στην αιγυπτιακή παραγωγική κοινωνία, ενώ έφτασε στο απόγειο της ακμής της κατά την Ισλαμική Περίοδο, καθώς άκμασε και έπαιξε σημαντικό ρόλο στην υποστήριξη της αιγυπτιακής οικονομίας. Από το λιμάνι της Αλεξάνδρειας, η Αίγυπτος εξήγαγε κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Αυτές οι εξαγωγές αυξήθηκαν σημαντικά κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Χαλιφάτου των Φατιμιδών, αφού οι επικεφαλής του Χαλιφάτου ίδρυσαν εργαστήρια υφασμάτων για την παραγωγή υφασμάτων υψηλής ποιότητας, τα οποία δίνονταν ως δώρα σε διάφορους κυβερνήτες και φίλους σε όλο τον κόσμο. Η Ισλαμική Εποχή σημαδεύτηκε από την ίδρυση κρατικών εργαστηρίων κλωστοϋφαντουργίας, με το ¨Dar Al-Tiraz¨ να είναι ένα από τα πιο σημαντικά. Ήταν ένα μεγάλο εργαστήρι που διοικούνταν από την αιγυπτιακή κυβέρνηση και χωριζόταν σε δύο κύρια τμήματα : Το ένα παρήγαγε κλωστές και υφάσματα σε μεγάλες ποσότητες για να πωληθούν στο κοινό, ενώ το άλλο δημιουργούσε προϊόντα υψηλής ποιότητας για την ελίτ και για σκοπούς ανταλλαγής δώρων. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η κυβέρνηση φρόντιζε και παρείχε σε ιδιωτικά εργαστήρια τα απαραίτητα υλικά, ενώ ταυτόχρονα είχε το δικαίωμα να τα παρακολουθεί. Επιπλέον, είχε το δικαίωμα να επιβλέπει τη διανομή τους, ενώ απολάμβανε το μονοπώλιο στις πωλήσεις τους. Τέλος, είχε δώσει εντολή στους εμπόρους να διατηρούν επίσημα βιβλία, που αργότερα χρησιμοποιούνταν για τον καθορισμό των σχετικών φόρων.
Στη νεότερη εποχή, κατά τη διάρκεια της ηγεμονίας του Μωχάμεντ Άλη, η κλωστοϋφαντουργία αναπτύχθηκε γρήγορα, αφού ίδρυσε 29 κλωστοϋφαντουργικά εργοστάσια στην Άνω και Κάτω Αίγυπτο με σκοπό να καλύψει τις ανάγκες του αιγυπτιακού στρατού κατά τη διάρκεια του πολέμου του εναντίον του Οθωμανικού Χαλιφάτου. Εισήγαγε τον απαραίτητο εξοπλισμό και μηχανήματα από ευρωπαϊκές χώρες και ίδρυσε εργοστάσια που παρήγαγαν διάφορα είδη υφασμάτων και ρούχων από βαμβάκι, λινό και μετάξι.
Στα 1838, οι επενδύσεις στις κλωστοϋφαντουργικές βιομηχανίες υπολογίστηκαν σε 12.000.000 λίρες, ποσό που θεωρούνταν μεγάλο για την εποχή εκείνη. Η νέα βιομηχανία απασχολούσε 30.000 με 40.000 εργάτες, ενώ δεν απασχολούνταν μονάχα άνδρες, αλλά και γυναίκες και παιδιά, οι οποίοι όμως αμείβονταν λιγότερο. Την περίοδο αυτή, η Αίγυπτος εμφανίστηκε στον παγκόσμιο χάρτη, εξάγοντας κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, στη Βόρεια Αφρική, σε ευρωπαϊκές χώρες και στις περισσότερες αφρικανικές.
Στις αρχές του 20ου αι., με την έκκληση για επέκταση της αιγυπτιακής κλωστοϋφαντουργικής βιομηχανίας, ιδρύθηκε μια εταιρεία που ονομάστηκε ¨National Textile Company¨, η οποία θεωρήθηκε ως η πραγματική αρχή του αιγυπτιακού δημόσιου κλωστοϋφαντουργικού τομέα. Ωστόσο, η βιομηχανία δεν υποστηρίχθηκε από τη βρετανική κατοχή, η οποία θεωρούσε την Αίγυπτο γεωργική χώρα και δεν ενδιαφερόταν για τη βιομηχανική της ανάπτυξη. Οι κατοχικές δυνάμεις ήθελαν το ακατέργαστο βαμβάκι να κατασκευάζεται στην Αγγλία, όπου η κλωστοϋφαντουργική βιομηχανία ήταν πολύ πιο προηγμένη από ότι στη Νειλοχώρα.
Η αιγυπτιακή κλωστοϋφαντουργική βιομηχανία έλαβε ώθηση κατά την εποχή του οικονομολόγου Τάλαατ Χαρμπ Πασά. Υπό την αιγίδα της Banque Misr, της οποίας ιδρυτής ήταν ο σπουδαίος αυτός πρωτοπόρος, δημιουργήθηκαν αρκετές βιομηχανίες, με κυριότερη αυτή του κλωστηρίου της Societe Misr pour la Filature et le Tissage S.A.E. στη Μεχάλλα Κεμπίρ, το πιο σημαντικό της Αιγύπτου και ένα από τα μεγαλύτερα του κόσμου. Χρησιμοποιούνταν όλες οι κλωστοϋφαντουργικές διαδικασίες από την επεξεργασία του βαμβακιού έως την παραγωγή λευκών και χρωματιστών υφασμάτων, ενώ το Τμήμα Μαλλιού χρησιμοποιούσε τις ίδιες διαδικασίες. Ένα διάταγμα που εκδόθηκε το 1927 εξουσιοδοτούσε τη σύσταση της Societe Misr με αρχικό κεφάλαιο 300.000 λιρών. Ο κύριος στόχος ήταν η ανάπτυξη της κλωστοϋφαντουργικής βιομηχανίας. Η Εταιρεία μπόρεσε γρήγορα να ανοίξει ένα νέο πεδίο απασχόλησης, προσφέροντας τακτική εργασία και μια προοδευτική διέξοδο για να εξασφαλίσει τα προς το ζην για ένα μέρος του πληθυσμού, το οποίο εξακολουθούσε να αυξάνεται. Οι εργασίες κατασκευής των εργοστασίων στη Μεχάλλα Κεμπίρ ξεκίνησαν το 1928 και η παραγωγή άρχισε στο πρώτο εργοστάσιο το 1931. Η επείγουσα και συνεχής ζήτηση για τα προϊόντα της Εταιρείας ήταν ένας παράγοντας που οδήγησε σε περαιτέρω επέκταση των κτιρίων, των εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού, όπως επίσης και στην περαιτέρω αύξηση του κεφαλαίου, το οποίο ανήλθε σε 1.000.000 λίρες. Ενώ δε το 1931 ο αριθμός των εργαζομένων άγγιζε τους 6.500, αργότερα αυξήθηκε σε 15.000. Με την έναρξη του Β΄ π.π., η Εταιρεία επέκτεινε τις εξαγωγές της σε εκείνες τις χώρες που συμμετείχαν στον πόλεμο, καθώς είχαν επιτακτική ανάγκη για ιατρικό βαμβάκι, ρούχα, κουβέρτες και άλλα προϊόντα που χρειάζονταν οι στρατοί τους.
Μετά τον πόλεμο, η βιομηχανία κλωστοϋφαντουργίας αντιμετώπισε αρκετά προβλήματα, ως αποτέλεσμα της έλλειψης επιστημονικού σχεδιασμού για την επέκταση της. Ειδικότερα, είχαμε αύξηση των εισαγωγών και του ξένου ανταγωνισμού, αύξηση της πλεονάζουσας παραγωγής, έλλειψη αιγυπτιακών τεχνικών δεξιοτήτων και αδυναμία της βιομηχανίας να προλάβει την επιστημονική ανάπτυξη.
Η Νασερική Επανάσταση εθνικοποίησε τα εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας που ανήκαν στον ιδιωτικό τομέα. Αυτή η εθνικοποίηση ήταν το πρώτο βήμα προς την αιγυπτιακή δημόσια κλωστοϋφαντουργία, όπως είναι γνωστή σήμερα. Το κράτος έστειλε ειδικούς σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες που ήταν προηγμένες σε αυτόν τον τομέα, ώστε να μπορέσουν να αποκτήσουν τις πιο σύγχρονες τεχνικές, μεθόδους και δεξιότητες κατασκευής. Σε αυτή την περίοδο, η κλωστοϋφαντουργία αναπτύχθηκε ποιοτικά και ποσοτικά, ενώ απολάμβανε το μονοπώλιο και την υποστήριξη της αιγυπτιακής κυβέρνησης.
Όσο για τους Έλληνες της Αιγύπτου σ΄ αυτόν τον 1,5 αιώνα της νεότερης αιγυπτιακής ιστορίας ας καταγράψουμε τα εξής χαρακτηριστικά : Στην ίδρυση της Filature National d΄ Egypte το 1889 συμμετείχαν και αρκετοί Έλληνες επιχειρηματίες με τα κεφάλαια τους, ενώ στο Δ.Σ. της βρίσκουμε τους Μικέ Σαλβάγο, Μάριο Λάσκαρη και Κωνσταντίνο Σαλβάγο. Μεγάλη ήταν η συμβολή στον κλάδο του Συμεών Πιαλόπουλου, ο οποίος δαπάνησε σημαντικά ποσά για την ίδρυση δύο σπουδαίων εργοστασίων κλωστοϋφαντουργίας, βαμβακερών και μάλλινων υφασμάτων. Ως τάξη μεγέθους ας σημειωθεί πως το εργοστάσιο της αλεξανδρινής Νούζγας δημιουργήθηκε σε έκταση 20.000 τ.μ. εκ των οποίων τα 15.000 τ.μ. χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση των κτιρίων, όπου εργάζονταν 2.500 άτομα. Στην βιομηχανία φυσικής μετάξης σημειώνουμε τον Χρ. Λουκαΐτη, σ΄ εκείνη του λινού τους Ρουσσόπουλο και Περάκη, στην των φεσιών τους Ιω. Ζωρζόπουλο και Κων. Κριθάρη, στων χαλιών τον Δημ. Φιλιππίδη, στων πλεκτών τους Δέλιο και Κ. Θεοτόκη, στων έτοιμων ενδυμάτων τους Λάσκαρη, Ροκωτά, Μπέκα, Βουμβάκη, Ποθητό και Αυγερινό, στων κορδελών και κορδονιών τους Κολέτσο, Καράλη και Παπαθεοδώρου, ενώ στου υδρόφιλου βάμβακος τους Αρ. Τσαλδάρη, Δημ. Τσίρο και Μ. Λευκόπουλο, κτλ.
Με την ελεύθερη οικονομική πολιτική που υιοθέτησε η κυβέρνηση Σαντάτ, η οποία ενθάρρυνε τον ιδιωτικό τομέα μέσω της πολιτικής ανοιχτών θυρών και με τα κίνητρα που δόθηκαν από την κυβέρνηση για την προώθηση των επενδύσεων στην Αίγυπτο, ιδιωτικές επιχειρήσεις κλωστοϋφαντουργίας εμφανίστηκαν στον βιομηχανικό της ορίζοντα. Η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα είχε μεγάλη επίδραση στην ανάπτυξη μεθόδων διαχείρισης και λειτουργίας, καθώς και στις δεξιότητες μάρκετινγκ σ΄ αυτόν τον κλάδο. Ωστόσο, η αιγυπτιακή κλωστοϋφαντουργία αντιμετώπισε τη μεγαλύτερη πρόκληση όταν οι κύριες αγορές της κατέρρευσαν με το τέλος της Σοβιετικής Ένωσης και ιδιαίτερα με την παρακμή του Ανατολικοευρωπαϊκού Μπλοκ, το οποίο θεωρούνταν η κύρια αγορά για τα αιγυπτιακά κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα. Κατά συνέπεια, οι αιγυπτιακές εξαγωγές μειώθηκαν πάνω από 33% από το 1991 έως το 1992.
Σήμερα η Αίγυπτος βρίσκεται στη μέση μιας αναδιάρθρωσης της κλωστοϋφαντουργικής της βιομηχανίας, κόστους κάπου 1,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων, σε μια διαδικασία που πιθανότατα θα επηρεάσει τις προμήθειες μακροχρόνιου βαμβακιού από τη χώρα. Η διαδικασία αναζωογόνησης επικεντρώνεται κυρίως στο κέντρο κλωστοϋφαντουργίας, νηματουργίας και ύφανσης της Μεχάλλας Κεμπίρ, όπου δεκάδες κρατικά εργοστάσια υφίστανται ολοκληρωμένη αναβάθμιση μετά από δεκαετίες παραμέλησης και φθοράς. Η αναβάθμιση περιλαμβάνει τη συγχώνευση ορισμένων από τα εργοστάσια της πόλης, στο δρόμο για τη δημιουργία μεγάλων βιομηχανικών συγκροτημάτων που μεταφέρουν δεκάδες χιλιάδες τόνους υφάσματος και μεταποιημένων προϊόντων καθημερινά. Το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού της κλωστοϋφαντουργικής βιομηχανίας δίνει νέα πνοή σ΄ έναν κλάδο που στο παρελθόν απέφερε το εντυπωσιακό 40% των εσόδων της Αιγύπτου από εξαγωγές, ένα ποσοστό που έχει μειωθεί στο 2,5% και 3% σήμερα. Η εφαρμογή του όλου προγράμματος, σύμφωνα με ειδικούς του κλάδου, θα μετατρέψει την Αίγυπτο σε σημαντικό παραγωγό κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, υφασμάτων και μεταποιημένων προϊόντων.
Ο χώρος που διατίθεται για την καλλιέργεια βαμβακιού έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, μια κίνηση που τροφοδοτείται από τις εθνικές φιλοδοξίες της κλωστοϋφαντουργικής βιομηχανίας. Κατά την καλλιεργητική περίοδο του 2024 καλλιεργήθηκαν περίπου 225.000 στρέμματα γης με αυτήν την καλλιέργεια, από 216.000 στρέμματα την περίοδο του 2018. Κατά την καλλιεργητική περίοδο βαμβακιού του 2024, η Αίγυπτος παρήγαγε περίπου 4 εκατομμύρια κιλά βαμβακιού, από 3,1 εκατομμύρια κιλά. Η Αίγυπτος, η οποία συνεισφέρει περίπου το 20% όλων των προμηθειών βαμβακιού μακράς συνεχούς κλωστής στη διεθνή αγορά, εξάγει σήμερα το βαμβάκι της σε 22 κράτη, από 55 κράτη στο παρελθόν.
Ν.ΝΙΚΗΤΑΡΙΔΗΣ