
Όταν η μνήμη άνοιξε ξανά τις πύλες της, 150 χρόνια από την πρώτη της πνοή
Στην καρδιά του Δέλτα του Νείλου, εκεί όπου για περισσότερο από ενάμιση αιώνα χτύπησε δυνατά η καρδιά του Αιγυπτιώτη Ελληνισμού, η Υπαπαντή του Κυρίου στην Τάντα άνοιξε και πάλι τις πύλες της. Η 3η Ιουλίου 2026 δεν καταγράφηκε απλώς ως η ημέρα των Θυρανοιξίων ενός πλήρως ανακαινισμένου ναού. Καταγράφηκε ως η ημέρα κατά την οποία η ιστορία συνάντησε ξανά τους ανθρώπους της.
Για όσους γνώριζαν το παρελθόν της Τάντας, η ημέρα αυτή είχε ιδιαίτερο βάρος. Δεν επρόκειτο μόνο για την επαναλειτουργία ενός ιστορικού ναού του Αιγυπτιώτη Ελληνισμού. Ήταν η αναζωπύρωση μιας μνήμης που επί δεκαετίες παρέμενε σιωπηλή, περιμένοντας την ώρα να ακουστεί ξανά.
Η πόλη της Τάντας υπήρξε μία από τις σημαντικότερες κοιτίδες του Ελληνισμού στην Αίγυπτο. Από τα μέσα του 19ου αιώνα, όταν οι πρώτοι Έλληνες εγκαταστάθηκαν στην εύφορη γη του Δέλτα, δημιουργήθηκε σταδιακά μία ακμαία παροικία εμπόρων, επαγγελματιών και οικογενειών. Άνθρωποι που δεν μετέφεραν μαζί τους μόνο την εργατικότητα και την επιχειρηματική τους δραστηριότητα. Μετέφεραν την πίστη τους, τη γλώσσα τους, τις παραδόσεις τους και την ανάγκη να δημιουργήσουν μια κοινότητα που θα μπορούσε να ριζώσει στη νέα τους πατρίδα.
Σύμφωνα με όσα καταγράφει ο εμβριθής Αιγυπτιώτης ερευνητής Ν. Νικηταρίδης στο έργο του για τις Ελληνικές Εκκλησίες της Αιγύπτου, οι πρώτοι Έλληνες εγκαταστάθηκαν στην Τάντα το 1842. Ανάμεσά τους ξεχώρισαν ο Νικόλαος, ο Δημήτριος και ο Θεόδωρος Νικολαΐδης, καθώς και ο μετέπειτα μεγάλος ευεργέτης Πανταζής Βασσάνης. Από τη δική τους πρωτοβουλία δημιουργήθηκε ο πρώτος οργανωμένος πυρήνας της παροικίας, ο «Σύνδεσμος Ελλήνων Τάντας», με σκοπό την ίδρυση ευκτηρίου οίκου και Ελληνικού Σχολείου· δύο θεσμών που αποτελούσαν διαχρονικά τον άξονα της ζωής κάθε ελληνικής κοινότητας της διασποράς.
Το 1870 ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Σωφρόνιος παραχώρησε το οικόπεδο πάνω στο οποίο επρόκειτο να ανεγερθούν ο ναός και τα κοινοτικά κτήρια. Το 1876 τέθηκε ο θεμέλιος λίθος του Ιερού Ναού της Υπαπαντής, σηματοδοτώντας την απαρχή της ανέγερσης ενός έργου που θα εξελισσόταν σε πνευματικό κέντρο του Ελληνισμού της περιοχής.
Το 1880 ολοκληρώθηκε η κατασκευή του Ναού και την ίδια χρονιά ιδρύθηκε επίσημα η Ελληνική Κοινότητα Τάντας, η οποία οργανώθηκε θεσμικά γύρω από τον νέο της θρησκευτικό και κοινοτικό πυρήνα. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1887, ο Ιερός Ναός της Υπαπαντής εγκαινιάστηκε από τον Πατριάρχη Σωφρόνιο, επισφραγίζοντας την παρουσία μιας ακμάζουσας ελληνικής παροικίας στο Δέλτα του Νείλου.
Κάτω από τους θόλους του βαπτίστηκαν παιδιά, τελέστηκαν γάμοι, αναπέμφθηκαν δεήσεις στις χαρές και στις δοκιμασίες της ζωής και αποχαιρετήστηκαν γενιές ολόκληρες Αιγυπτιωτών, που συνέδεσαν την παρουσία τους στη χώρα του Νείλου με την Ορθοδοξία και την Ελληνική παράδοση.
Οι δεκαετίες που ακολούθησαν έφεραν περιόδους ακμής αλλά και σκληρών δοκιμασιών. Η άλλοτε πολυάριθμη Ελληνική Παροικία άρχισε σταδιακά να συρρικνώνεται.
Το 1966, έχοντας απομείνει μόλις είκοσι πέντε ελληνικές οικογένειες, η Ελληνική Κοινότητα Τάντας αποφάσισε τη διάλυσή της και τη συγχώνευσή της με την Ελληνική Κοινότητα Καΐρου, μεταβιβάζοντας σε αυτήν το σύνολο της περιουσίας της.
Θα μπορούσε να ήταν το τέλος μιας μεγάλης ιστορίας.
Δεν ήταν.
Εξήντα χρόνια μετά τη διάλυση της Ελληνικής Κοινότητας Τάντας, οι καμπάνες της Υπαπαντής ήχησαν και πάλι πανηγυρικά, σαν να καλούσαν πίσω όλες εκείνες τις γενιές των Αιγυπτιωτών που κάποτε έκαναν τον ναό αυτόν την καρδιά της ζωής τους.
Η αναγέννηση του ιστορικού ναού δεν υπήρξε μόνο ένα σημαντικό τεχνικό έργο. Υπήρξε μία πράξη ιστορικής ευθύνης. Η εκ βάθρων ανακαίνιση, προϋπολογισμού περίπου οκτώ εκατομμυρίων Αιγυπτιακών λιρών, πραγματοποιήθηκε χάρη στην πολύτιμη στήριξη της Ελληνικής Κοινότητας Καΐρου και στη γενναιόδωρη χρηματική προσφορά Αραβοφώνων Ορθοδόξων Χριστιανών από διάφορες περιοχές της Αιγύπτου, οι οποίοι ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και της Ιεράς Μητροπόλεως Ερμουπόλεως. Με την αγάπη και τη θυσιαστική τους διάθεση απέδειξαν ότι η Υπαπαντή εξακολουθεί να αποτελεί κοινή πνευματική κληρονομιά, που οφείλει να διαφυλαχθεί ως κόρη οφθαλμού.
Ο Ναός οικοδομήθηκε από τα χέρια των Ελλήνων της Τάντας. Αναγεννήθηκε, όμως, σε αυτή του την φάση, χάρη στην πίστη, την αγάπη και την ανιδιοτελή προσφορά των Αραβοφώνων Ορθοδόξων της Αιγύπτου.
Ανάμεσα στις δύο αυτές στιγμές εκτείνεται ενάμισης αιώνας ιστορίας, μνήμης και μαρτυρίας του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας στη χώρα του Νείλου.
Η αυγή μιας νέας εποχής
Από τις πρώτες πρωινές ώρες της 3ης Ιουλίου, η Τάντα είχε φορέσει τα γιορτινά της.
Ο επιβλητικός Ιερός Ναός της Υπαπαντής του Κυρίου άστραφτε κάτω από το αιγυπτιακό φως, ενώ ο προαύλιος χώρος άρχισε από νωρίς να γεμίζει από ανθρώπους που έφθαναν από κάθε γωνιά της χώρας. Αιγυπτιώτες Έλληνες από το Κάιρο, την Αλεξάνδρεια και άλλες πόλεις, Αραβόφωνοι Ορθόδοξοι πιστοί, εκπρόσωποι Κοινοτήτων, οικογένειες, νέοι και ηλικιωμένοι ανηφόριζαν προς τον ιστορικό Ναό για να γίνουν κοινωνοί μιας στιγμής που πολλοί περίμεναν χρόνια να ζήσουν.
Ήταν η ημέρα που ένας Ναός, σιωπηλός για χρόνια, θα άνοιγε και πάλι τις πύλες του.
Λίγο μετά από τις εννέα το πρωί κατέφθασε η Α.Θ.Μ. ο Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής Θεόδωρος Β΄.
Την άφιξη του Προκαθημένου του Δευτερόθρονου Πατριαρχείου υποδέχθηκαν με τιμές οι Αιγύπτιοι Πρόσκοποι της Εκκλησίας των Αρχαγγέλων στο Ντάχερ. Παρατεταγμένοι με υποδειγματική τάξη, με τις τρομπέτες, τα τύμπανα και τα πιατίνια τους να αντηχούν στον προαύλιο χώρο, έδωσαν από την πρώτη στιγμή τον πανηγυρικό τόνο της μεγάλης ημέρας.
Μια εικόνα βαθιά συμβολική και συγκινητική. Η νεότερη γενιά της Εκκλησίας υποδεχόταν τον πηδαλιούχο του Αλεξανδρινού Θρόνου μπροστά σε έναν Ιερό Ναό που αναγεννιόταν.
Ο Μακαριώτατος, με το γνώριμο χαμόγελο και την αμεσότητα που χαρακτηρίζει κάθε δημόσια εμφάνισή του, χαιρέτισε έναν προς έναν όσους είχαν συγκεντρωθεί για να τον υποδεχθούν. Αντάλλαξε εγκάρδιες χειραψίες, ασπάστηκε πιστούς που έσπευσαν να λάβουν την ευχή του και να του προσφέρουν πολύχρωμα λουλούδια και, αφού ενδύθηκε τον Αρχιερατικό Μανδύα, εισήλθε στον Ναό μέσα σε κλίμα βαθιάς κατάνυξης.
Η Θεία Λειτουργία άρχισε με τον Όρθρο, χοροστατούντος του Μακαριωτάτου, ο οποίος πλαισιωνόταν από τον επιχώριο Ποιμενάρχη, Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ερμουπόλεως Νικόλαο, τους Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτες Μέμφιδος Νικόδημο και Νουβίας Σάββα, καθώς και τους Θεοφιλεστάτους Επισκόπους Ιππώνος Στέφανο και Μαρεώτιδος Δαμασκηνό.
Ανάμεσα στο εκκλησίασμα διακρίνονταν ο Πρέσβης της Ελλάδος στην Αίγυπτο κ. Νικόλαος Παπαγεωργίου, ο Επιτετραμμένος της Κυπριακής Δημοκρατίας κ. Ονούφριος Οικονομίδης, ο Πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας Καΐρου κ. Χρήστος Καβαλής, η Αντιπρόεδρος κα Χρυσάνθη Σκουφαρίδου η Γενική Γραμματέας κα Βίλλυ Πολίτη Ζουέ, οι Κοινοτικοί Επίτροποι κ.κ. Λεωνίδας Φοντριέ και Στέλιος Χαλκιάς, ο Αναπληρωτής Συντονιστής Εκπαίδευσης κ.Γιώργος Κοκορέλης, εκπρόσωποι των Αραβοφώνων Ορθοδόξων Κοινοτήτων, ο Επίσκοπος της Κοπτικής Εκκλησίας στην Τάντα Παύλος και εκπρόσωποι των Αιγυπτιακών αρχών.
Ο Ναός είχε πλέον γεμίσει ασφυκτικά. Όλα ήταν έτοιμα.























«Ἄρατε Πύλας»
Και τότε, ο Ναός άδειασε. Με το τέλος του Όρθρου, ο Μακαριώτατος κάλεσε κλήρο και λαό να τον ακολουθήσουν στη Μεγάλη Λιτανεία των Θυρανοιξίων. Σε λίγα μόλις λεπτά ο Ιερός Ναός είχε εκκενωθεί. Οι μεγάλες ξύλινες θύρες έκλεισαν ερμητικά και το εσωτερικό βυθίστηκε στη σιωπή.
Έξω, σχηματίστηκε η λιτανευτική πομπή. Πρώτος βάδιζε ο Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής Θεόδωρος Β΄, κρατώντας στα χέρια του το Άγιο Μύρο. Πίσω του ακολουθούσαν οι Αρχιερείς, οι κληρικοί και το πολυπληθές εκκλησίασμα, ψάλλοντας ύμνους.
Όταν η πομπή στάθηκε μπροστά στη σφραγισμένη κεντρική θύρα του Ναού, άρχισε να εκτυλίσσεται μία από τις αρχαιότερες και βαθύτερα συμβολικές ακολουθίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
«Ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ Βασιλεὺς τῆς Δόξης.»
Η προσταγή του ψαλμικού λόγου αντήχησε επιβλητικά στον προαύλιο χώρο.
Από το εσωτερικό του Ναού ακούστηκε η απάντηση:
«Τίς ἐστιν οὗτος ὁ Βασιλεὺς τῆς Δόξης;»
Η στιχομυθία επαναλήφθηκε για δεύτερη φορά. Και για τρίτη. Δεν ήταν ένας θεατρικός διάλογος.
Ήταν η διαχρονική συμβολική αναμέτρηση του Χριστού με τις δυνάμεις του θανάτου και του σκότους, όπως αυτή παραδίδεται αιώνες τώρα μέσα από τη λειτουργική παράδοση της Ορθοδοξίας.
Τρία δυνατά χτυπήματα ακούστηκαν επάνω στη μεγάλη ξύλινη θύρα. Την τρίτη φορά, ο Μακαριώτατος έσπρωξε αποφασιστικά την πύλη. Οι θύρες άνοιξαν. Το φως πλημμύρισε και πάλι τον ιστορικό Ναό.
Κλήρος και λαός πέρασαν μαζί το κατώφλι. Όχι σαν απλοί θεατές μιας τελετής. Αλλά σαν συνοδοιπόροι σε μία πορεία που ενώνει την Ανάσταση με την ίδια τη ζωή της Εκκλησίας.







Εκεί όπου γεννιέται ξανά ο Ναός
Γίναμε όλοι μάρτυρες μιας από τις σπανιότερες και πλέον κατανυκτικές Ακολουθίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Της Ακολουθίας επί διασαλεύσει Αγίας Τραπέζης, ενός τελετουργικού που τελείται μόνο όταν ένας Ναός εγκαινιάζεται ή, ύστερα από εκτεταμένες εργασίες αποκατάστασης, παραδίδεται και πάλι στη λατρεία.
Η ατμόσφαιρα άλλαξε αμέσως. Οι ψαλμωδίες χαμήλωσαν, οι κινήσεις έγιναν αργές και τελετουργικές και όλα τα βλέμματα στράφηκαν προς το Ιερό Βήμα.
Ο Μακαριώτατος ενδύθηκε το λευκό Ιερό Σάβανο και στάθηκε μπροστά στην Αγία Τράπεζα. Γύρω του συγκεντρώθηκαν οι Αρχιερείς που συλλειτουργούσαν, έτοιμοι να συμμετάσχουν σε μια τελετή που μεταφέρεται αναλλοίωτη από γενιά σε γενιά επί αιώνες.
Με ευλάβεια άρχισαν να πλένουν την επιφάνεια της Αγίας Τραπέζης με τα μαρμαροσάπουνα, καθαρίζοντας συμβολικά τον τόπο όπου σε λίγο θα τελούνταν ξανά το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.
Ήταν μια εκστατική στιγμή που οι λέξεις και οι φωτογραφίες δύσκολα μπορούν να αποδώσουν.
Δέκα χέρια απλώθηκαν επάνω στο λευκό μάρμαρο. Χέρια Αρχιερέων που κινούνταν με την ίδια ταπείνωση, σαν να υπηρετούσαν όλοι μαζί ένα κοινό ιερό χρέος. Δεν υπήρχε βιασύνη. Μόνο σιωπή, προσευχή και βαθιά προσήλωση.
Όταν ολοκληρώθηκε ο καθαρμός, ο Πατριάρχης έχρισε την Αγία Τράπεζα με Άγιο Μύρο. Το ευώδες Άγιο Μύρο απλώθηκε αργά από άκρη σε άκρη της μαρμάρινης επιφάνειας, ενώ οι συλλειτουργούντες Αρχιερείς συμμετείχαν με την ίδια ευλάβεια, μετατρέποντας μια λειτουργική πράξη σε εικόνα ενότητας ολόκληρης της Εκκλησίας.
Ακολούθησε η επικόλληση, με εύοσμο κηρομαστίχι, των τεσσάρων τεμαχίων που συμβολίζουν τους Ευαγγελιστές στις τέσσερις γωνίες της Αγίας Τραπέζης και, στη συνέχεια, η τοποθέτηση του κατασαρκίου, του πρώτου λευκού καλύμματος που συμβολίζει την Ιερά Σινδόνη του Χριστού.
Τη στιγμή εκείνη δεν εγκαινιαζόταν απλώς ένας ανακαινισμένος Ναός.
Γεννιόταν ξανά η καρδιά του. Η Αγία Τράπεζα, πάνω στην οποία θα τελείται πλέον η Θεία Ευχαριστία, παραδιδόταν και πάλι στον λαό του Θεού, έτοιμη να δεχθεί νέες προσευχές και δεήσεις.
Ήταν ίσως η πιο κατανυκτική στιγμή ολόκληρης της ημέρας.
Μια στιγμή που χαράχθηκε ανεξίτηλα στη μνήμη όσων είχαν την ευλογία να τη ζήσουν.






















«Οι πέτρες αυτού του Ναού μιλούν»
Η κατανυκτική Ακολουθία ολοκληρώθηκε μέσα σε κλίμα βαθιάς συγκίνησης. Όσοι βρέθηκαν εκεί γνώριζαν ότι είχαν γίνει κοινωνοί μιας σπάνιας πνευματικής εμπειρίας. Λίγο αργότερα, ο λόγος πέρασε στον ίδιο τον Ποιμενάρχη του Αλεξανδρινού Θρόνου.
Εμφανώς συγκινημένος, ο Μακαριώτατος Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής Θεόδωρος Β΄ αναφέρθηκε στην ιστορική διαδρομή του Ιερού Ναού της Υπαπαντής, στις μνήμες, στις προσευχές και στις θυσίες των γενεών που κράτησαν άσβεστη την Ορθόδοξη μαρτυρία στην Τάντα.
Με πατρικούς λόγους μίλησε για ένα προσωπικό όραμα που αξιώθηκε, με τη χάρη του Θεού, να δει να ολοκληρώνεται: την αναγέννηση του ιστορικού αυτού Ναού, ώστε να παραδοθεί και πάλι λαμπρός στις επόμενες γενιές των πιστών.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στους πρώτους Έλληνες της Τάντας, στους μεγάλους ευεργέτες αλλά και στους απλούς ανθρώπους της παροικίας, που με πίστη, προσωπικό μόχθο και ανιδιοτελή προσφορά δημιούργησαν ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του Αιγυπτιώτη Ελληνισμού στο Δέλτα του Νείλου.
«Οι πέτρες αυτού του Ναού μιλούν», τόνισε χαρακτηριστικά ο Μακαριώτατος.
«Μιλούν για προσευχές, για δάκρυα, για θυσίες, για θαύματα που έχουν καταγραφεί και για ανθρώπους που αγάπησαν την Εκκλησία και δεν άφησαν να σβήσει το καντήλι της Ορθοδοξίας στην Τάντα. Σήμερα δεν ανοίγουμε απλώς τις πύλες ενός ανακαινισμένου Ναού· ανανεώνουμε την ελπίδα μας, ατενίζοντας με πίστη το μέλλον της Ορθοδοξίας στην ευλογημένη χώρα της Αιγύπτου.»
Τα λόγια του δεν απευθύνονταν μόνο στους ανθρώπους που βρίσκονταν μέσα στον Ναό.
Έμοιαζαν να συνομιλούν και με όσους πέρασαν κάποτε από την Υπαπαντή, με εκείνες τις γενιές των Αιγυπτιωτών που βάπτισαν τα παιδιά τους, τέλεσαν τους γάμους τους, προσευχήθηκαν στις χαρές και στις δοκιμασίες της ζωής τους και άφησαν την τελευταία τους πνοή έχοντας ως πνευματικό τους καταφύγιο τον ιστορικό αυτό Ναό.
Για μια ακόμη φορά, ο Θεόδωρος Β΄ δεν στάθηκε μόνο ως Προκαθήμενος του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας.
Στάθηκε ως συνεχιστής μιας ιστορικής πορείας που συνδέει αδιάκοπα τον Αποστολικό Θρόνο του Αγίου Μάρκου με τον Αιγυπτιώτη Ελληνισμό και με όλους εκείνους που εξακολουθούν να κρατούν άσβεστη τη φλόγα της Ορθοδοξίας στη χώρα του Νείλου.

































































Οι άνθρωποι πίσω από το όραμα
Η αναγέννηση της Υπαπαντής δεν υπήρξε έργο ενός ανθρώπου. Ήταν ο καρπός μιας συλλογικής προσπάθειας, στην οποία ενώθηκαν το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, η Ελληνική Κοινότητα Καΐρου, η Ιερά Μητρόπολη Ερμουπόλεως, το Αραβόφωνο ποίμνιο της Αιγύπτου και δεκάδες άνθρωποι που εργάστηκαν αθόρυβα, με μοναδικό σκοπό να ξαναδούν τον ιστορικό αυτό Ναό να λειτουργεί.
Γι’ αυτό και ο Μακαριώτατος επέλεξε η ημέρα των Θυρανοιξίων να γίνει και ημέρα δημόσιας ευγνωμοσύνης.
Με ιδιαίτερη συγκίνηση εξήρε την πολυετή, άοκνη και επίμονη διακονία του επιχωρίου Ποιμενάρχου, Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ερμουπόλεως Νικολάου, ο οποίος εργάστηκε αδιάκοπα, ώστε ένα όραμα πολλών ετών να μετατραπεί σε πραγματικότητα.
Ως αναγνώριση της προσφοράς του, του απένειμε τον Μεγαλόσταυρο του Αγίου ενδόξου Αποστόλου και Ευαγγελιστού Μάρκου, τόσο για την καθοριστική συμβολή του στην εκ βάθρων ανακαίνιση του Ιερού Ναού όσο και με την ευκαιρία της συμπλήρωσης εικοσιπέντε ετών από την εις Επίσκοπον χειροτονία του, προσφέροντάς του παράλληλα ως ευλογία και ένα Αρχιερατικό Εγκόλπιο.
Ιδιαίτερα συγκινητική ήταν και η απονομή του οφφικίου του Αρχιμανδρίτη του Αλεξανδρινού Θρόνου στον εφημέριο του Ιερού Ναού, π. Νικόλαο Φανούς, ως αναγνώριση της σχεδόν εικοσαετούς αθόρυβης και πιστής διακονίας του στην Ιερά Μητρόπολη Ερμουπόλεως.
Ξεχωριστή θέση στην πανηγυρική αυτή ημέρα είχαν και οι μεγάλοι ευεργέτες της ανακαίνισης. Ο Μακαριώτατος τίμησε τους κ. Καρίμ Χούρι, κ. Φάραγκ Μιχαήλ και κ. Σαρίφ Ζορέκ, οι οποίοι με τη γενναιόδωρη προσφορά τους συνέβαλαν αποφασιστικά στην ολοκλήρωση ενός έργου που ξεπέρασε τα οκτώ εκατομμύρια αιγυπτιακές λίρες.
Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ερμουπόλεως Νικόλαος, εμφανώς συγκινημένος, ευχαρίστησε τον Μακαριώτατο για την πατρική του στήριξη και αναφέρθηκε στη μακρά πορεία του Ιερού Ναού και της τοπικής Εκκλησίας, τονίζοντας τη σημασία της σημερινής ημέρας ως ημέρας ευχαριστίας και ανανέωσης της ελπίδας.
Στο τέλος του λόγου του, απευθυνόμενος με ιδιαίτερη αγάπη και σεβασμό, προσφώνησε τον Μακαριώτατο ως «Πατριάρχη της Αγάπης», προσφέροντάς του μια εικόνα ως αναμνηστικό δώρο, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης και τιμής.
Η μέρα έκλεισε με τα αποκαλυπτήρια της μαρμάρινης πλάκας και το συμβολικό φύτευμα μιας ελιάς, ως το απόλυτο καθρέφτισμα της Πατρίδας μας στη γη της Τάντας.
Και ως κατακλείδα της ημέρας, μια σιωπηλή βεβαιότητα: ότι η ιστορία δεν τελειώνει όταν οι άνθρωποι φεύγουν από έναν τόπο. Τελειώνει μόνο όταν παύουν να τον θυμούνται και να παλεύουν για το όνειρο, έστω κι αν πολλές φορές αυτό μοιάζει άπιαστο.