

Το Σάββατο 28 Φεβρουαρίου, στο θέατρο της Αχιλλοπουλείου Σχολής του Καΐρου, η κυρία Δέσποινα Τζόβα παρέθεσε μια ενδιαφέρουσα ομιλία με θέμα: «Η MONUMENTA μας ταξιδεύει: Καταγράφοντας την αρχιτεκτονική κληρονομιά της Ελληνικής Κοινότητας Καΐρου.
Σε μια πόλη με βαθιά ιστορική μνήμη και πλούσια αρχιτεκτονική κληρονομιά, όπου τα κτίρια αφηγούνται την πορεία του Ελληνισμού της Αιγύπτου, η κα Δέσποινα Τζόβα, στέλεχος της Ελληνικής Πρεσβείας στο Κάιρο και μέλος της Αστικής μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας για την προστασία της φυσικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς Ελλάδας και Κύπρου MONUMENTA, ανέλαβε μια σημαντική πρωτοβουλία για την καταγραφή και ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς της Ελληνικής Κοινότητας Καΐρου.
Από το 2025, σε συνεργασία με τη MONUMENTA και με την υποστήριξη της Ελληνικής Κοινότητας Καΐρου, η κα Τζόβα υλοποιεί ένα ερευνητικό πρόγραμμα που στοχεύει στην τεκμηρίωση των ιστορικών κτιρίων τα οποία στέγασαν την κοινωνική, εκπαιδευτική και φιλανθρωπική δράση των Ελλήνων στο Κάιρο.
Η Διευθύντρια της Αχιλλοπουλείου κα Γεωργία Πετούση, αφού καλωσόρισε τους παριστάμενους, εξέφρασε την ευαρέσκειά της για την πρωτοβουλία, δίνοντας στη συνέχεια το λόγο στην κα Δέσποινα Τζόβα, η οποία ξεκίνησε την ομιλία της με μια ιδιαίτερα φορτισμένη φράση: «η πατρίδα δεν χάνεται όταν αλλάζει ο τόπος», αλλά μεταφέρεται και ξαναχτίζεται μέσα από τον χώρο, τα κτίρια και την καθημερινή ζωή των ανθρώπων.
Σύμφωνα με την κα Τζόβα, οι Κοινότητες της Διασποράς συγκροτούνται όχι μόνο από τη μνήμη και την καταγωγή, αλλά και από τον ίδιο τον αστικό χώρο που δημιουργούν και που ταυτόχρονα τις μεταμορφώνει.
Η ομιλήτρια ταξίδεψε το κοινό μέσα από εικόνες και βίντεο στη μεγάλη μεταμόρφωση του Καΐρου στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν περιοχές όπως η Αζμπακέια και αργότερα η Ηλιούπολη εξελίχθηκαν σε σύγχρονα αστικά κέντρα.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον οι Έλληνες εγκαταστάθηκαν δυναμικά, επενδύοντας σε ακίνητα, σχολεία, ναούς και ιδρύματα, αποτελώντας ενεργό μέρος της πολυεθνικής ζωής της πόλης. Η αρχιτεκτονική των κτιρίων, με επιρροές αρ νουβό, νεομπαρόκ και νεοκλασικισμού, αποτυπώνει αυτή τη σύνθεση πολιτισμών και τη μετάβαση στη νεωτερικότητα.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε σε σημαντικά ακίνητα της Κοινότητας, όπως το προσοδοφόρο κτίριο στην οδό Σολιμάν Ελ Χάλαμπι και το ακίνητο στην οδό Ταλάατ Χάρμπ, που αποκτήθηκε για να χρηματοδοτήσει τη λειτουργία της Ξενάκειου Σχολής. Η ομιλήτρια υπογράμμισε ότι η Ελληνική Κοινότητα «δεν παρακολουθεί απλώς τις εξελίξεις, αλλά συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση του αστικού χώρου», χρησιμοποιώντας την οικονομική δραστηριότητα για την ενίσχυση της παιδείας και των θεσμών της.
Κεντρικό σημείο αποτέλεσε ο Κοινοτικός Ναός των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, που χαρακτηρίστηκε ως «η καρδιά μιας Κοινότητας που ήθελε να αφήσει το αποτύπωμά της στην πόλη». Ο ναός, σύμβολο πίστης και ταυτότητας, συνδέθηκε με τον ρόλο των ευεργετών στη συγκρότηση της Κοινότητας. Ιδιαίτερη μνεία έγινε και στην πρόσφατη εκ βάθρων ανακαίνισή του Ναού (2018–2019), η οποία πραγματοποιήθηκε από τον Αιγυπτιώτη Πολιτικό Μηχανικό κ. Μιχάλη Μπίσκο με την καθοριστική οικονομική συμβολή της Ελληνικής Κοινότητας Καΐρου και της Μεγάλης Ευεργέτιδας της ΕΚΚ κας Αικατερίνης Μπελεφάντη Σοφιανού, αποδεικνύοντας, όπως επισημάνθηκε, ότι η Ελληνική παρουσία στο Κάιρο «δεν είναι μόνο ιστορία, αλλά συνεχής συμμετοχή και φροντίδα για τον κοινό χώρο».
Στη συνέχεια η κα Τζόβα μας παρουσίασε τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, όπως η Ξενάκειος Σχολή και το Αχιλλοπούλειο Παρθεναγωγείο, το Νοσοκομείο της Κοινότητας και άλλα κτίρια, τα οποία συγκρότησαν ένα δίκτυο κοινωνικής πρόνοιας, παιδείας και υγείας. Μέσα από αυτά, όπως τονίστηκε, η «Κοινότητα» κατόρθωσε να εδραιώσει τη μακροχρόνια παρουσία της και να συμβάλει στην ανάπτυξη της πόλης.
Η κα Τζόβα, αφού ευχαρίστησε την Ελληνική Κοινότητα Καΐρου για την αμέριστη υποστήριξη στο έργο της,ολοκλήρωσε την ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα παρουσίασή της με τη διαπίστωση ότι η πόλη συνεχίζει να αφηγείται την ιστορία μέσα από τα κτίριά της, αναφέροντας ότι : «το ανήκειν δεν είναι μόνο κάτι που θυμόμαστε, είναι κάτι που συνεχίζουμε να χτίζουμε και να διατηρούμε», υπογραμμίζοντας ότι η αρχιτεκτονική κληρονομιά αποτελεί ζωντανή μνήμη και θεμέλιο ταυτότητας για τις επόμενες γενιές.
Ακολούθησε γόνιμος διάλογος με το κοινό, καθώς η κα Τζόβα αναζητούσε, όπως τόνισε, μια ενεργή διάδραση με τους παριστάμενους για την ελπιδοφόρα συνέχεια της ιστορικής της έρευνας.
Την ομιλήτρια τίμησαν με την παρουσία τους ο Σύμβουλος της Ελληνικής Πρεσβείας κ. Αθανάσιος Λεούσης, ο Επιτετραμμένος της Κυπριακής Πρεσβείας κ. Ονούφριος Οικονομίδης, ο βοηθός ΑΚΑΜ Αντισυνταγματάρχης Ευάγγελος Νικολακάκος (ΤΘ), ο Διευθυντής του Γραφείου Ο.Ε.Υ. κ. Ευάγγελος Δαϊρετζής, ο Πρόεδρος του Ελληνοσουδανικού Επιμελητηρίου κ. Γιώργος Γκάμαρης, ο Πανοσιολογιώτατος Αχριμανδρίτης Άνθιμος, ο Κοινοτικός Επίτροπος της Ελληνικής Κοινότητας Καΐρου κ. Ανδρέας Γιόσρι, ο Αναπληρωτής Συντονιστής Εκπαίδευσης κ. Γιώργος Κοκορέλης και η Διαχειρίστρια της Αχιλλοπούλειου κα Μάριαμ Γιακούμπ. Παρέστησαν επίσης εκπαιδευτικοί και από τα δύο Ελληνικά σχολεία.







