Το Φράγμα του Ασουάν είναι ένα από τα θαύματα του σύγχρονου κόσμου. Αποτέλεσε θαύμα μηχανικής κατά την εποχή του υπήρξε άλλωστε τότε το μεγαλύτερο φράγμα σε όλο τον κόσμο. Για την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκαν υλικά δεκαοκτώ φορές περισσότερα απ’ όσα χρησιμοποιήθηκαν στη μεγάλη Πυραμίδα του Χέοπα, παράγει ηλεκτρισμό και αρδεύει σχεδόν το σύνολο της Αιγύπτου.

Γράφει ο Γιάννης Φουρτούνας

Για πολλούς αιώνες, οι κάτοικοι της Αιγύπτου υπέφεραν είτε από έλλειψη είτε από πληθώρα νερού. Άλλοτε υπήρχε ξηρασία και δεν υπήρχε αρκετό νερό για τις καλλιέργειες ή και για καθημερινή χρήση. Άλλοτε πάλι υπήρχε τόσο πολύ νερό, ώστε ο Νείλος πλημμύριζε, καταστρέφοντας τις καλλιέργειες και διαβρώνοντας εύφορα εδάφη. Ήταν επιτακτική λοιπόν η ανάγκη για εξεύρεση λύσης σε αυτά τα προβλήματα.

Η απάντηση ήταν το φράγμα του Ασουάν. Η επίσημη θεμελίωση και έναρξη εργασιών κατασκευής του φράγματος του Ασουάν έγινε στις 9 Ιανουαρίου του 1960 από τους τότε Προέδρους της Σοβιετικής Ένωσης και της Αιγύπτου, που επέβαιναν πλοιαρίου, οι οποίοι και έριξαν στο σημείο θεμελίωσης συμβολικές πέτρες.

Το φράγμα κατά τον αραβοϊσραηλινό πόλεμο των έξι ημερών του 1967 υπέστη εκτεταμένες καταστροφές με απώτερο στόχο την ολοκληρωτική του ανατίναξη από τις ισραηλινές δυνάμεις καταδρομών, σύντομα όμως οι ζημιές αποκαταστάθηκαν και το έργο εγκαινιάσθηκε το 1970. Με το νέο φράγμα δημιουργήθηκε η λίμνη Νάσσερ, μία τεράστια δεξαμενή νερού, μήκους 550 χιλ και χωρητικότητας 132 κυβικών χλμ. νερού, που, όταν φτιάχτηκε, ήταν η μεγαλύτερη τεχνητή λίμνη του κόσμου, και αύξησε κατά 30% την καλλιεργήσιμη γη στην Αίγυπτο.

Πολλοί λίγοι όμως γνωρίζουν ότι ο εμπνευστής του Υψηλού Φράγματος ήταν ένας Έλληνας πάροικος του Καΐρου, ο Αδριανός Δανίνος, γεωπόνος – αγρονόμος, που εργαζόταν ήδη από τον καιρό της Αγγλοκρατίας στα προγράμματα της χώρας για την δημιουργία νέων αγροτικών περιοχών μέσα στην έρημο. Αυτός δημιούργησε το πρώτο τοπογραφικό για το φράγμα και απευθύνθηκε προς τον σπουδαίο και ονομαστό την εποχή εκείνη Ιταλό Αρχιμηχανικό Gallioli. Με το project του Ιταλού αρχιμηχανικού ανά χείρας ο Δανίνος έκαμε συνεχείς παραστάσεις στους αρμοδίους, ώσπου πέτυχε να τον δεχθούν να αναλύσει το σχέδιό του. Με δικά του έξοδα τον έφερε το 1945 στην Αίγυπτο και επί μία πενταετία πάλεψε να ευοδωθεί η υπόθεση του Υψηλού Φράγματος χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα.

Με την επικράτηση των επαναστατικών δυνάμεων άρχισε και πάλι να ελπίζει ότι αυτό το νέο προσωπικό, που κατέλαβε την εξουσία ίσως ενδιαφερόταν για την υπόθεση του Φράγματος. Με αυτή την ελπίδα προσήλθε τότε στους υπευθύνους της Επανάστασης στα Γραφεία της Κεντρικής Διοίκησης, όπου επικοινώνησε με τον Άνουαρ Σαντάτ και άλλους ιθύνοντες δείχνοντάς τους το τοπογραφικό και προτείνοντάς τους να προβούν στη δημιουργία του.

Τον Δανίνο τον θυμάται ο Άνουαρ Σαντάτ και τον αναφέρει ως εξής στο βιβλίο του «Αναζητώντας ταυτότητα»: «…Όποτε φέρνω στη μνήμη μου τούτες τις αξέχαστες μέρες, ξαναβλέπω μπρος στα μάτια μου εκείνο τον Έλληνα γεωπόνο, με τ’ αχτένιστα μαλλιά και τ΄ ανήσυχα μάτια που μας επισκεπτότανε κάθε λίγο και λιγάκι στο Αρχηγείο της Επαναστάσεως στην Αμπασία, χωρίς ποτέ να έχει προηγουμένως κλείσει ραντεβού.

Ονομαζότανε αν θυμάμαι καλά «Δανινός» και κάθε φορά που έκανε την έφοδό του στα γραφεία μας, ξεστόμιζε συναισθηματικά φορτισμένες φράσεις, που περιστρέφονταν πάντοτε γύρω από το ίδιο θέμα: ο Νείλος στην περιοχή του Ασουάν πρέπει να κλειστεί με ένα υψηλό φράγμα. Η εμμονή του σ’ αυτήν την ιδέα, η επίμονη επανάληψή της και η γυαλάδα των ματιών του μας είχαν βάλει την ιδέα ότι πρόκειται περί τρελού. Όμως η έκφραση που έπαιρνε πάντα το πρόσωπό του δεν άφηνε περιθώρια για καμιά αμφιβολία πως η πίστη του στην «ιδέα» είχε την ίδια εκείνη θρησκευτική δύναμη, με την οποία ο κάθε πιστός λατρεύει τον Θεό του. Το γεγονός αυτό μας οδήγησε τελικά στο να δώσουμε εντολή στον Τεχνικό Εμπειρογνώμονα του Επαναστατικού Συμβουλίου, τον αείμνηστο μηχανολόγο Μαχμούντ Γιούνες να εκπονήσει σχετική μελέτη. Έτσι γεννήθηκε η ιδέα του υψηλού φράγματος. Αποκύημα πίστης, ενθουσιασμού και διορατικότητας όπως δηλαδή γεννιούνται συνήθως όλες οι μεγάλες ιδέες…».

Παρά ταύτα όμως δεν πάρθηκε ποτέ η απόφαση για την κατασκευή του Φράγματος.

Όταν ο Δανίνος εγκατέλειψε τελειωτικά τις προσπάθειες, εντελώς απελπισθείς ότι θα πετύχαινε κάτι με τις αλλεπάλληλες παραστάσεις στις δημόσιες υπηρεσίες και τους κυβερνητικούς παράγοντες, παραλαμβάνει τη σκυτάλη ένας άλλος Καϊρινός και αυτός, ο Κώστας Βαγιωνίτης, που εργαζόταν σε περιοχές της Άνω Αιγύπτου στο κυβερνητικό πρόγραμμα των νέων καλλιεργήσιμων εδαφών και είχε μία εταιρία εξηλεκτρισμού οργανώνοντας τον εξηλεκτρισμό των νέων αρόσιμων περιοχών την εποχή εκείνη.

Έχοντας συνδεθεί με την οικογένεια του Υπουργού Δημοσίων Έργων Μουράτ Φάχμι, κατάφερε να έχει μία σύσκεψη παρόντος του Υπουργού με κυβερνητικούς παράγοντες, στην οποία έγινε δεκτό το αίτημα του Βαγιωνίτη να έρθει ο Gallioli στην Αίγυπτο και να υποβάλλει το project για το φράγμα στην αιγυπτιακή κυβέρνηση. Επειδή μάλιστα δεν εγκρίνεται το κονδύλι για τα έξοδα του ταξιδίου και της παραμονής του Ιταλού μηχανικού και του επιτελείου, σ αυτήν την κρίσιμη στιγμή ο Κ. Βαγιωνίτης ξεδιπλώνει την αστείρευτη αγάπη του για την Αίγυπτο: αποφασίζει και αναλαμβάνει όλα τα έξοδα ο ίδιος.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Βαγιωνίτης δεν ήταν εύπορος και με αυτή του την ευγενή κίνηση ξόδεψε όλες του τις οικονομίες! Όμως άξιζε η θυσία αυτή προς τη δεύτερη πατρίδα του, γιατί η κυβέρνηση για πρώτη φορά υιοθέτησε την ιδέα του φράγματος και αποφάσισε να πραγματοποιήσει την κατασκευή του!

Αν και η σύσκεψη αυτή έγινε τέλη του 1952 και πέρασαν 8 χρόνια μέχρι την έναρξη των εργασιών, ο σπόρος για το φράγμα είχε φυτευτεί. Βέβαια ο Βαγιωνίτης εξακολούθησε να παρακολουθεί το θέμα, να κάνει συνεχείς παρεμβάσεις. Στις ειδικές επιτροπές και στις πολυήμερες συνεδριάσεις ο Βαγιωνίτης είχε σημαίνουσα θέση, καθώς ήταν ο μεταφραστής και ο συντονιστής των συζητήσεων.

Σε μία από αυτές τις συσκέψεις ο Κώστας Βαγιωνίτης πρότεινε την επονομασία του υπό κατασκευή φράγματος «Υψηλό Φράγμα». Πρόκειται για τη σύσκεψη παρουσία του Προέδρου της Αραβικής Δημοκρατίας της Αιγύπτου Mohamed Naguib, που έλαβε χώρα στις 21.6.53 στο χώρο, που μετά έγινε το φράγμα του Ασουάν. Είναι η σύσκεψη κατά την οποία ο Μηχανικός Gallioli συνάντησε τον Πρόεδρο του Κράτους Μohamed Naguib και του παρέδωσε ένα αντίτυπο από τα χαρτιά του Υψηλού Φράγματος.

Διαπιστώνει κανείς λοιπόν ότι όχι μόνον η ιδέα για το φράγμα ήταν ενός Έλληνα του Δανίνου και όχι μόνον η πραγμάτωση έγινε με την επιμονή και το όραμα ενός άλλου Έλληνα, του Βαγιωνίτη, αλλά και η ονομασία «Υψηλό Φράγμα» είναι και αυτή έμπνευση ελληνική! Με αυτή τη μεγάλη προσφορά τους αυτοί οι δύο σπουδαίοι άντρες – ο εμπνευστής του Αδριανός Δανίνος και ο μέγας πρωταγωνιστής του Κώστας Βαγιωνίτης – κατέκτησαν με το σπαθί τους ένα πολύ υψηλό βάθρο στην ιστορία πρώτον της Ομογένειας και κατά δεύτερον της Αιγύπτου, η οποία ωφελείται τα μέγιστα μέχρι και σήμερα.

*Το άρθρο είναι προδημοσίευση από το υπό έκδοση βιβλίο του Γ. Φουρτούνα «Οι Έλληνες εμπνευσταί και πρωτεργάται του Φράγματος του Ασουάν» και δημοσιεύθηκε στο «Νέο Φως» στις 7 Ιανουαρίου 2019.